Διατροφή

Μουρουνέλαιο και υγεία

Dr Δημήτρης Γρηγοράκης BSc, MSc, PhD Dr Δημήτρης Γρηγοράκης BSc, MSc, PhD – Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος

Επιστημονικός Διευθυντής Κέντρου Διαιτολογικής Υποστήριξης & Μεταβολικού Ελέγχου ΑΠΙΣΧΝΑΝΣΙΣ – ΛΟΓΩ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Πρόεδρος Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας

Website: www.logodiatrofis.gr      Email: grigorakis@logodiatrofis.gr


Το

μουρουνέλαιο

(ηπατοϊχθυέλαιο) αν και αποτελεί ένα είδος ιχθυελαίου, εν τούτοις με τον όρο “ιχθυέλαιο” εννοείται συνήθως το λάδι που εξάγεται από τη σάρκα των λιπαρών ψαριών και όχι από το συκώτι τους, όπως συμβαίνει με το μουρουνέλαιο. Αν και τα δύο έλαια είναι πολύ πλούσια σε ω-3

λιπαρά οξέα

, εν τούτοις το μουρουνέλαιο υπερτερεί ως προς το γεγονός ότι είναι πλούσιο σε

βιταμίνες

D και Α. Το μουρουνέλαιο ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της διατροφής των παιδιών τη δεκαετία του ’60, που «στιγμάτισε» διατροφικά τα παιδιά εκείνης της εποχής στην Ελλάδα. Χιλιάδες παιδιά αυτής της γενιάς ήπιαν (ομολογουμένως όχι πάντα με ευχαρίστηση) μουρουνέλαιο, το οποίο οι γονείς το έδιναν πολλές φορές με πολύ κόπο λόγω της ιδιαίτερης γεύσης του.

Ως διατροφολόγος, σκέφτομαι πολλές φορές ότι όλες οι διατροφικές συμβουλές των γονιών και των παππούδων μας, επιβεβαιώνονται μία προς μία μέσα από τη σημερινή επιστημονική έρευνα. Αυτό δεν θα μπορούσε να μην συμβαίνει και για το μουρουνέλαιο. Αναρωτιέμαι γιατί οι γονείς έδιναν με τόσο ζήλο στα παιδιά τους μουρουνέλαιο; Τι ήξεραν περισσότερο από τους σημερινούς; Η διατροφική πραγματικότητα εκείνης της εποχής, ας μην ξεχνάμε ότι χαρακτηριζόταν από στοιχεία υποσιτισμού. Στην Ελλάδα οι συνθήκες φτώχειας ήταν διάχυτες παντού και κυρίως τα παιδιά ήταν εκτεθειμένα σε ένα διπλό κίνδυνο. Από τη μία, λόγω της ανοικτής συμμετοχής τους σε παιχνίδια στην ύπαιθρο ερχόντουσαν καθημερινά σε επαφή με διάφορους μολυσματικούς παράγοντες και από την άλλη δεν είχαν την ευκαιρία να καταναλώσουν τρόφιμα υψηλής θρεπτικής αξίας, ώστε να ενισχύσουν αποτελεσματικά το ανοσοποιητικό τους. Και αυτό το ρόλο στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 μπορούσε να επιτελεί το μουρουνέλαιο, ως συμπυκνωμένη πηγή ζωτικών θρεπτικών συστατικών που ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα.

Πράγματι, οι θρεπτικές ιδιότητες του μουρουνέλαιου είναι γνωστές εδώ και χιλιετίες και αναφορές υπάρχουν ακόμη και στη Βίβλο. Πατρίδα του μουρουνέλαιου θεωρείται η Νορβηγία, όπου και παράγεται πάνω από 1.000 χρόνια. Το 17ο αιώνα παρατηρήθηκε ότι η κατανάλωση μουρουνέλαιου επέφερε συγκεκριμένες ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία, οπότε πολλοί συνέστησαν τη χρήση του για τη θεραπεία της ραχίτιδας και των ρευματισμών. Το μουρουνέλαιο είναι πλούσιο σε διατροφική αξία. Το υψηλής ποιότητας μουρουνέλαιο αποτελεί εξαιρετική πηγή ωμέγα-3 λιπαρών οξέων και περιέχει σημαντική ποσότητα βιταμίνης Α. ενώ συχνά προστίθεται και βιταμίνη Ε για αντιοξειδωτική προστασία των ωμέγα-3.

ΤΑ ΩΜΕΓΑ-3 ΛΙΠΑΡΑ ΟΞΕΑ

Τα ωμέγα-3 ανήκουν στην ομάδα των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων. Δύο από αυτά, το EPA και το DHA, είναι πολύ σημαντικά για τον ανθρώπινο οργανισμό. Βέβαια, ο οργανισμός έχει τη δυνατότητα να παράξει μια πολύ μικρή ποσότητα ΕΡΑ και DHA από το α-λινολενικό οξύ, το οποίο είναι ένα απαραίτητο λιπαρό (δεν συντίθεται στον οργανισμό) και βρίσκεται στα φυτικά έλαια (π.χ. ελαιοκράμβη, λιναρόσπορος). Όμως, η παραγόμενη ποσότητα (συνήθως κάτω του 6%) είναι εντελώς ανεπαρκής. Τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα EPA και DHA είναι σημαντικά για την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού, από τη στιγμή της σύλληψης και καθόλη τη διάρκεια της ζωής. Το DHA αποτελεί σημαντικό δομικό στοιχείο του εγκεφάλου και συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία του. Συμβάλλει επίσης στην ορθή λειτουργία των ματιών, και μαζί με το ΕΡΑ στην καλή λειτουργία της καρδιάς. Η αυξημένη κατανάλωση ηπατοϊχθυέλαιων, όπως είναι το μουρουνέλαιο, οδηγεί σε μείωση του ποσοστού του «φλεγμονώδους» αραχιδονικού οξέος (καθώς το EPA εμποδίζει ανταγωνιστικά τη διαθεσιμότητά του) που περιέχεται στις κυτταροπλασματικές μεμβράνες. Κατά συνέπεια, η πλούσια διατροφή με μουρουνέλαιο οδηγεί σε μειωμένη ικανότητα των ανοσοκυττάρων να συνθέσουν εικοσανοειδή από το αραχιδονικό οξύ. Με τον τρόπο αυτό τα ιχθυέλαια λειτουργούν έμμεσα ως αντιφλεγμονώδεις παράγοντες και μπορούν να ενισχύουν αποτελεσματικά τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

ΟΙ ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ

Η βιταμίνη D ανήκει στην κατηγορία των λιποδιαλυτών βιταμινών και αποτελείται από ένα σύνολο διαφορετικών μορφών, με κυριότερες τις βιταμίνες D2 και D3. Είναι γνωστή για το ρόλο της στο σχηματισμό των οστών, αφού βοηθά στην απορρόφηση του ασβεστίου. Η βιταμίνη D όμως είναι ιδιαίτερα σημαντική συνολικά για τον ανθρώπινο οργανισμό, με δεδομένο ότι συμβάλλει στον έλεγχο της φυσιολογικής ανάπτυξης των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Πολυάριθμες διεθνείς έρευνες έχουν δείξει ότι υποδοχείς της βιταμίνης D (VDRs) έχουν εντοπιστεί σε μια ποικιλία ομάδων κυττάρων, που συμμετέχουν στην ανοσορρύθμιση, όπως στα μονοκύτταρα, τα δενδριτικά κύτταρα, τα αντιγονικά κύτταρα, τα ενεργοποιημένα Β λεμφοκύτταρα και τα CD4+ T λεμφοκύτταρα. Η βιταμίνη D, μέσω των ρυθμιστικών CD4+ Τ κυττάρων συνεισφέρει στην ισόρροπη ανάπτυξη των Th-1 και Th-2 βοηθητικών κυττάρων και επομένως στην ομαλή έκφραση των λεμφοκυττάρων του ανοσοποιητικού.

Η βιταμίνη Α συμβάλει σε λειτουργίες διαφόρων κύτταρων του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως στη φαγοκυτταρική δραστηριότητα των ουδετερόφιλων, στη λειτουργικότητα των Β και Τ λεμφοκυττάρων και στην αύξηση της δραστικότητας των ΝΚ κυττάρων. Η χορήγηση βιταμίνης Α σε άτομα με ενδογενή ανεπάρκεια επιφέρει βελτίωση της ανοσοποιητικής λειτουργίας και ελάττωση της συχνότητας των λοιμώξεων.

Η βιταμίνη Ε είναι μία ισχυρή αντιοξειδωτική ουσία, η οποία επίσης συμβάλλει στη διατήρηση των λειτουργιών του ανοσοποιητικού συστήματος. Διαδραματίζει κομβικό ρόλο στη διαφοροποίηση των Τ κυττάρων στο θύμο αδένα, καθώς και στον πολλαπλασιασμό των Β κυττάρων. Σε ανεπάρκεια βιταμίνης Ε, μεγάλο μέρος των παραμέτρων που ρυθμίζουν τη λειτουργία του ανοσιακού συστήματος παρουσιάζεται υποβαθμισμένο, γεγονός που συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο μολυσματικών ασθενειών και με διάφορες μορφές καρκίνου.

Όπως είναι φανερό, οι θετικές ιδιότητες στην υγεία που προκύπτουν από την κατανάλωση μουρουνέλαιου είναι πολλαπλές. Βέβαια, προκειμένου να υπάρξει το όφελος υγείας που προσφέρει είναι πολύ σημαντικό να καταναλώνεται μουρουνέλαιο υψηλής ποιότητας.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για το μουρουνέλαιο!