Παθολογία

Θεραπεία: καρκίνος παχέος εντέρου

Σπύρος Μπάρμπας M.D, PhD Σπύρος Μπάρμπας M.D, PhD – Ειδικός Παθολόγος

Απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης

Website: www.medfamily.gr

Email: sbarbas@medfamily.gr


Σε προηγούμενο άρθρο έχουμε αναφερθεί στα συμπτώματα και τη διάγνωση του

καρκίνου του παχέος εντέρου

. Τώρα θα αναφερθούμε στους τρόπους θεραπείας.

Σε πρώιμο στάδιο, η νόσος μπορεί να αντιμετωπισθεί χειρουργικά με πιθανότητα ίασης. Η προσθήκη της επικουρικής χημειοθεραπείας αυξάνει την πιθανότητα ίασης καθώς και την επιβίωση χωρίς νόσο αλλά ακόμα και τη συνολική επιβίωση.
Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στην χημειοθεραπευτική αντιμετώπιση αυτού του καρκίνου, μπορούμε να διακρίνουμε μια εξελικτική πορεία όπου νέοι παράγοντες προσέθεταν όφελος στην αποτελεσματικότητα των διαφόρων σχημάτων. 
Οι παράγοντες αυτοί, των οποίων η δράση είναι κυτταροτοξική, εκτός της αντικαρκινικής τους δράσης είχαν ως αποτέλεσμα και το θάνατο υγιών κυττάρων. Ως αποτέλεσμα λοιπόν της

χημειοθεραπείας

ήταν αναπόφευκτο να εμφανισθούν παρενέργειες (τοξικότητα) οι οποίες επηρέαζαν την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Σημαντικό βήμα στην πρόοδο των χημειοθεραπευτικών ήταν η ανακάλυψη νέων μορφών χημειοθεραπείας οι οποίες δεν απαιτούν νοσηλεία για τη χορήγησή τους και λαμβάνονται από το στόμα. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχουν εκλεκτική δράση κατά των καρκινικών κυττάρων βελτιώνουν το κλινικό αποτέλεσμα, βελτιώνοντας ταυτόχρονα κατά πολύ την καθημερινότητα των ασθενών, μειώνοντας τις επισκέψεις στα νοσοκομεία δημιουργώντας έτσι καλύτερη ποιότητα ζωής.

Θεραπευτικές εξελίξεις – Πρόσφατα επιτεύγματα

Με την πρόοδο της τεχνολογίας και τα αλματώδη βήματα στην φαρμακευτική έρευνα, έχουν εφευρεθεί νέοι αντικαρκινικοί παράγοντες ή αλλιώς βιολογικοί, οι οποίοι ανήκουν στην κατηγορία των στοχευόμενων θεραπειών.
Σε αντίθεση με την κλασική χημειοθεραπεία, η δράση των νέων παραγόντων αυτών δεν είναι κυτταροτοξική αλλά επεμβαίνουν σε «μοριακές οδούς» των καρκινικών κυττάρων αναστέλλοντας έτσι τη δράση τους με άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα το θάνατό τους.
 Οι «έξυπνες» αυτές θεραπείες έχουν θεαματικά κλινικά αποτελέσματα αλλά με χαμηλή τοξικότητα, έτσι οι ασθενείς έχουν από τη μία πλευρά αποτελεσματική θεραπεία και από την άλλη πλευρά υψηλά επίπεδα ποιότητας ζωής.

Ένα από τα σημαντικότερα βήματα σε αυτό το τομέα είναι η ανακάλυψη του ρόλου της αγγειογένεσης στον καρκίνο, καθώς και η αντικαρκινική αποτελεσματικότητα των αντιαγγειογενετικών παραγόντων.
 Η αγγειογένεση, η δημιουργία δηλαδή αγγειακού δικτύου στον όγκο, είναι υψίστης σημασίας για την αύξηση του όγκου και τη δυνατότητά του για δημιουργία μεταστάσεων. Στην ουσία χωρίς αυτό το αγγειακό δίκτυο, τα καρκινικά κύτταρα δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε θρεπτικά συστατικά και σε οξυγόνο, απαραίτητοι παράγοντες για τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων του όγκου. Το καρκινικό αγγειακό δίκτυο διευκολύνει την πρόσβαση σε αυτούς τους παράγοντες. 
Υπάρχουν όμως κάποιες ιδιαιτερότητες στο δίκτυο αυτό που το ξεχωρίζουν από το φυσιολογικό. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό είναι η άναρχη και ανώριμη δομή του. 
Με την ανακάλυψη των αντιαγγεογενετικών φαρμάκων, είναι δυνατό αν ανασταλεί η δημιουργία του καρκινικού αγγειακού δικτύου και να καταρρεύσει το ήδη υπάρχον. Έτσι ο όγκος δεν μπορεί να τραφεί, τα καρκινικά κύτταρα ατροφούν και πεθαίνουν. Ταυτόχρονα με τον σταδιακό θάνατο των καρκινικών κυττάρων, εμποδίζεται και η ανάπτυξη νέων αφού δε θα είναι δυνατή η ανάπτυξή τους λόγω έλλειψης θρεπτικών συστατικών και οξυγόνου.

Μετά λοιπόν τις ελπιδοφόρες προκλινικές μελέτες, προχώρησαν σε κλινικές έρευνες μεγάλης κλίμακας όπου αποδείχθηκε και πρακτικά αυτό που είχε φανεί στα αρχικά πειράματα. Η προσθήκη αντιαγγειογενετικών παραγόντων στην κλασσική

χημειοθεραπεία

προσέθεσε σημαντικό κλινικό όφελος χωρίς να μειώνεται η ποιότητα ζωής, αντιθέτως, το σημαντικό κλινικό όφελος συνοδεύεται από πολύ καλό προφίλ ασφάλειας.
Έτσι, σήμερα μπορούμε να μιλήσουμε για μία νέα γενιά φαρμάκων, τους αντιαγγειογενετικούς παράγοντες, οι οποίοι έφεραν μία νέα, επαναστατική και ασφαλή μέθοδο αντιμετώπισης του καρκίνου.
Οι νέοι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τα φάρμακα irinotecan, capecitabine and oxaliplatin.
Τα νέα φάρμακα με «στοχευμένη» δράση περιλαμβάνουν τα: bevacizumab, cetuximab και προσφάτως το panitumumab.

Προβιοτικά και καρκίνος παχέος εντέρου

Ο όρος «προβιοτικά» («Probiotics») χρησιμοποιείται για ορισμένους μικροοργανισμούς οι οποίοι επιδρούν ευεργετικά στην υγεία του ανθρώπου, μέσω βελτιώσεως της φυσιολογικής εντερικής χλωρίδας. Οι κυριότεροι μικροοργανισμοί που εντάσσονται στην κατηγορία των προβιοτικών είναι τα «βακτηρίδια του γαλακτικού οξέος» (λακτοβάκιλλοι, bifidobacteria και εντερόκοκκοι).
Ο όρος «prebiotics» χρησιμοποιείται προκειμένου να περιγράψει μη απορροφήσιμα θρεπτικά συστατικά τα οποία ενισχύουν την άμυνα του ξενιστή επιδρώντας σε συγκεκριμένα συστατικά της μικροβιακής χλωρίδας.
 Ως «συμβιοτικά» («Symbiotics») περιγράφεται μείγμα προβιοτικών και prebiotics τα οποία βελτιώνουν την επιβίωση, καθώς και τον αποικισμό ζώντων διατροφικών συστατικών στον πεπτικό σωλήνα.

Για να χαρακτηρισθεί ένας μικροοργανισμός ως «προβιοτικό» πρέπει να είναι ικανός να περάσει αλώβητος από το όξινο περιβάλλον του στομάχου και από τη χολή να μπορεί να προσκολληθεί στα επιθηλιακά κύτταρα του εντέρου και να μπορεί να παράγει αντιμικροβιακές ουσίες, που ανταγωνίζονται παθογόνους μικροοργανισμούς. Άλλες επιθυμητές ιδιότητες των προβιοτικών είναι η ενίσχυση του ανοσολογικού συστήματος του ξενιστού και η αδρανοποίηση καρκινογόνων ουσιών. Μόνον όταν αυτές οι ιδιότητες έχουν αναγνωρισθεί και ένα θετικό αποτέλεσμα για την υγεία έχει βεβαιωθεί μπορεί ο μικροοργανισμός να χαρακτηρισθεί ως «προβιοτικό».
 Τα τελευταία χρόνια γίνεται αρκετός λόγος για την πιθανή προστατευτική δράση των προβιοτικών έναντι του καρκίνου του παχέος εντέρου, αλλά και καρκίνων άλλων οργάνων όπως π.χ. του μαστού. Θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχουν άμεσες πειραματικές ενδείξεις ή αποδείξεις για καταστολή του καρκίνου του παχέος εντέρου σε ανθρώπους ως αποτέλεσμα πρόσληψης ορισμένης ποσότητος π.χ. λακτοβακίλλων σε προϊόντα γάλακτος. Οι ενδείξεις για προστατευτική δράση των προβιοτικών στηρίζονται κατά κύριο λόγο σε πειραματικά δεδομένα σε ζώα και σε μικρότερο βαθμό σε πειραματικά δεδομένα κυτταρικών σειρών.

Για τον καρκίνου του παχέος εντέρου πιστεύεται ότι ευθύνονται άνω των δέκα προκαρκινικές ουσίες που προέρχονται από τη δραστηριότητα της εντερικής χλωρίδας. Οι ουσίες αυτές αδρανοποιούνται με το άπεπτο φυτικό υπόλειμμα το οποίο διασπώμενο στο παχύ έντερο, αυξάνει τον όγκο των κοπράνων και επιταχύνει την απομάκρυνση των προκαρκινογόνων ουσιών με τα κόπρανα. Πιστεύεται ακόμη ότι τα προβιοτικά τροποποιούν τα ένζυμα που μετέχουν στη διαδικασία της καρκινογένεσης.
Οι ακριβείς μηχανισμοί της προστατευτική δράσης των προβιοτικών δεν είναι γνωστοί, πιστεύεται όμως ότι τα «βακτηρίδια του γαλακτικού οξέος»:

1. Ενισχύουν την ανοσολογική κατάσταση του ξενιστού.

2. Δεσμεύουν προκαρκινικές ουσίες που προέρχονται από διάσπαση ουσιών στο έντερο.

3. Μεταβάλλουν ποσοτικώς και ποιοτικώς την εντερική χλωρίδα, με αποτέλεσμα την εξουδετέρωση νιτροζαμινών.

4. Προάγουν την παραγωγή αντικαρκινικών ουσιών.

5. Αλλάζουν την εντερική χλωρίδα

Εν τούτοις φαίνεται ότι υπάρχουν και κίνδυνοι προερχόμενοι από την άκριτη χρήση των προβιοτικών.

Ως εκ τούτου,

1. Έλεγχος της συνθέσεως βιομηχανικών σκευασμάτων προβιοτικών δείχνει ότι η πραγματική σύνθεση πολλών σκευασμάτων δεν συμφωνεί με αυτήν που αναγράφεται στις προδιαγραφές του σκευάσματος.

2. Έχουν περιγραφεί ορισμένες περιπτώσεις λοιμώξεων (ενδοκαρδίτις, αρθρίτις κ.ά.) από προβιοτικά σε προδιατεθειμένα άτομα.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε το http://www.medfamily.gr/.