Ορθοπαιδική

Κατάγματα Οστών: Τι είναι και πώς αντιμετωπίζονται;

κατάγματα οστών
[:]

Ως κάταγμα ονομάζουμε το σπάσιμο ενός οστού. Αν και το οστό μοιάζει να είναι ένας σκληρός και άκαμπτος σχηματισμός, εντούτοις είναι ζωντανός ιστός, με συνεχή μεταβολισμό. Αυτό σημαίνει ότι υφίσταται φθορές, τις οποίες καταφέρνει να αποκαθιστά και να διατηρεί το σχήμα και την ακεραιότητά του. Η ακαμψία του δεν είναι απόλυτη, καθώς διαθέτει ελαστικότητα, που του επιτρέπει να απορροφά φορτία και κραδασμούς. Ωστόσο, όταν η εφαρμοζόμενη στο οστό δύναμη ξεπεράσει την αντοχή του, τότε αυτό σπάζει και προκύπτει το κάταγμα.

Πότε συμβαίνει ένα κάταγμα;

 

Το κάταγμα συμβαίνει, όταν η εφαρμοζόμενη δύναμη ξεπερνά τα όρια αντοχής του. Αυτό μπορεί να γίνει από:

  • Τραυματισμό (τροχαία ατυχήματα, πτώσεις από ύψος, άμεση πλήξη του οστού πχ από λάκτισμα κλπ),
  • Οστεοπόρωση (το οστό αδυνατίζει και μπορεί να σπάσει με ελάχιστη βία),
  • Υπέρχρηση- υπερβολική καταπόνηση, όπως για παράδειγμα η καταπόνηση των οστών των κάτω άκρων σε μαραθωνοδρόμους. Η καταπόνηση και ο επαναλαμβανόμενος μικροτραυματισμός του οστού μπορεί να προκαλέσει κατάγματα κοπώσεως,
  • Μεταβολικά νοσήματα, όπως ραχίτιδα,
  • Νοσήματα που οφείλονται σε γενετικές διαταραχές (πχ ατελής οστεογένεση)

 

Υπάρχουν διάφοροι τύποι καταγμάτων:

 

  • Απλό ράγισμα (ρωγμώδες κάταγμα), χωρίς παρεκτόπιση των οστικών τμημάτων,
  • Πλήρες κάταγμα με παρεκτόπιση του οστού, αλλά χωρίς συντριβή του,
  • Πλήρες κάταγμα με παρεκτόπιση και συντριβή των οστικών τεμαχίων,
  • Ανοικτό κάταγμα, όταν το οστό έχει διατρυπήσει το δέρμα, ή όταν η ασκούμενη βία έσκισε το δέρμα και στη συνέχεια έσπασε το οστό.

Όσο πιο μεγάλη είναι η εφαρμοζόμενη βία, τόσο σοβαρότερη είναι η βλάβη του οστού και των μαλακών μορίων.

Αναλόγως της φοράς της γραμμής του κατάγματος, αυτά διακρίνονται στα ακόλουθα:

  • Εγκάρσιο κάταγμα, στο οποίο η γραμμή του κατάγματος είναι κάθετη στον άξονα του οστού.
  • Λοξό κάταγμα, στο οποίο η καταγματική γραμμή είναι λοξή και σχηματίζει γωνία μικρότερη των 90 μοιρών με τον άξονα του οστού.
  • Σπειροειδές κάταγμα, το οποίο είναι λοξό, αλλά η γραμμή του κατάγματος εμφανίζει σπειροειδή πορεία.
  • Συντριπτικό κάταγμα. Το οστό στο σημείο του κατάγματος εμφανίζει πολλαπλά οστικά τεμάχια.

 

Ποια είναι η κλινική εμφάνιση ενός κατάγματος;

 

Συνήθως όταν σπάσει ένα οστό, ο ασθενής πονάει πολύ. Το χέρι ή πόδι πρήζεται γρήγορα και εμφανίζεται δυσκολία και έντονος πόνος σε κάθε προσπάθεια κίνησης. Ειδικά για το πόδι, αν συμβεί κάταγμα, τότε είναι σχεδόν αδύνατο να βαδίσουμε. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί εκχύμωση (μελανιά) στη γύρω περιοχή, καθώς και εμφανής παραμόρφωση, εάν το κάταγμα έχει παρεκτοπισθεί.

Υπάρχουν, βέβαια, περιπτώσεις, στις οποίες ένα σπάσιμο μπορεί να είναι «σιωπηλό», χωρίς εμφανή συμπτώματα. Συνήθως, τα οστεοπορωτικά κατάγματα της σπονδυλικής στήλης εμφανίζονται μετά από ελάχιστη βία (πχ σήκωμα μιας καρέκλας, ή έντονο βήχα), ενώ και ένα ράγισμα στον καρπό, ή στην ποδοκνημική («αστράγαλο»), μπορεί στην αρχή να δώσει την εντύπωση ενός απλού διαστρέμματος. Η προσεκτική εξέταση του Ιατρού θα αποκαλύψει το κάταγμα.

Πώς γίνεται η διάγνωση του κατάγματος;

 

Η κλινική εξέταση και εκτίμηση του μηχανισμού κάκωσης, θα θέσει την υποψία του κατάγματος. Στην αρχή θα χρειαστεί να κάνουμε απλές ακτινογραφίες. Σε κάποιες περιπτώσεις ίσως χρειαστεί αξονική τομογραφία, ενώ σε ειδικές μόνο περιπτώσεις (πχ κατάγματα σκαφοειδούς) θα απαιτηθεί μαγνητική τομογραφία.

Σε ποια οστά εμφανίζονται κατάγματα;

 

Θεωρητικά, κάθε οστό του σώματός μας μπορεί να σπάσει. Αναλόγως της ηλικίας, του μηχανισμού κάκωσης και των συνοδών παθήσεων, υπάρχει σχέση με το ποιο οστό θα υποστεί το κάταγμα. Στα παιδιά θα συμβεί συχνότερα ένα κάταγμα στον καρπό, στον αγκώνα και την κλείδα. Σε νεαρούς ενήλικες συμβαίνουν κατάγματα ποδοκνημικής, γόνατος και καρπού, ενώ στη μέση ηλικία συμβαίνουν συχνότερα κατάγματα στην περιοχή του ώμου, του αγκώνα, του καρπού, του γόνατος και της ποδοκνημικής. Στους ηλικιωμένους εμφανίζονται συχνότερα τα κατάγματα που σχετίζονται με την οστεοπόρωση, όπως κατάγματα ισχίου, ώμου, καρπού και σπονδυλικής στήλης. Μπορεί όμως ένα κάταγμα να εμφανιστεί και σε άλλες περιοχές σπανιότερα, όπως στη λεκάνη, στα  πλευρά και το στέρνο.

Πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί ένα κάταγμα;

Μόλις τεθεί η υποψία κατάγματος, πρέπει να απευθυνθούμε στον ειδικό. Μετά την επιβεβαίωση με κατάλληλες εξετάσεις, ο Ιατρός θα μας προτείνει την ενδεικνυόμενη μέθοδο. Δεν αντιμετωπίζονται όλα τα κατάγματα με τον ίδιο τρόπο. Ως αρχή είναι να ανατάσσεται το κάταγμα (δηλαδή το οστό να «μπαίνει» στη θέση του) και να ακινητοποιείται, αναλόγως του οστού και του κατάγματος. Η ανάταξη, όταν χρειάζεται, γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις με κλειστές μεθόδους, χωρίς χειρουργείο δηλαδή. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση. Η σταθεροποίηση του κατάγματος μπορεί να γίνει με νάρθηκες (γύψινους που φτιάχνει ο Ιατρός, ή ειδικούς που κυκλοφορούν στο εμπόριο), ή με προσθετικά μεταλλικά υλικά, που τοποθετούνται στο οστό με χειρουργική επέμβαση. Η διάρκεια της ακινητοποίησης εξαρτάται τόσο από τον τύπο του κατάγματος, όσο και από την εντόπισή του. Άλλοι παράγοντες που παίζουν σημαντικό ρόλο είναι η ηλικία του ασθενούς, η εντόπιση του κατάγματος στο χέρι ή το πόδι, η παρουσία συνοδών παθήσεων κ.α.

Η παρακολούθηση του κατάγματος γίνεται με απεικονιστικό έλεγχο (συνήθως ακτινογραφίες) ανά 4-6 εβδομάδες στην αρχή και πιο αραιά αργότερα, έως ότου βεβαιωθούμε ότι το κάταγμα πωρώθηκε («κόλλησε») πλήρως.

Υπάρχουν επιπλοκές από τα κατάγματα;

Υπάρχουν, αλλά με γρήγορη και σωστή αντιμετώπιση ελαχιστοποιούνται. Ως επιπλοκές αναφέρονται η ψευδάρθρωση (να μην κολλήσει το κάταγμα), η πώρωση σε πλημμελή θέση (όταν το οστό κολλήσει στραβά), η λοίμωξη (επιπλοκή χειρουργικής επέμβασης, ή ανοικτού κατάγματος), η δυσκαμψία γειτονικών αρθρώσεων και άλλες σπανιότερες, όπως τραυματισμός αγγείων και νεύρων κατά την ώρα του ατυχήματος.

Πώς μπορεί να γίνει πρόληψη των καταγμάτων;

Η σωστή διατροφή (πλούσια σε ασβέστιο και βιταμίνη D) και η άσκηση βοηθούν μακροπρόθεσμα στην πρόληψη κάποιων καταγμάτων. Επειδή μεγάλος αριθμός καταγμάτων συμβαίνει σε τροχαία ατυχήματα, εξυπακούεται ότι η συνετή οδήγηση, η χρήση προστατευτικών μέσων από τους αναβάτες και ο περιορισμός χρήσης αλκοόλ μπορούν να προλάβουν πολλά από τα ατυχήματα. Άλλα μέτρα πρόληψης είναι η εφαρμογή κανόνων ασφαλείας σε επαγγέλματα υψηλού κινδύνου (πχ οικοδομές), η χρήση κατάλληλου εξοπλισμού σε αθλητικές δραστηριότητες (πχ επικαλαμίδες στο ποδόσφαιρο) και γενικά ο περιορισμός επικίνδυνων και ακραίων δραστηριοτήτων.