Αλοιφή στην τενοντίτιδα του ώμου: Βοηθά πραγματικά;
Η τενοντίτιδα του ώμου, ή πιο σωστά τενοντοπάθεια του στροφικού πετάλου (rotator cuff tendinopathy), είναι μία από τις πιο συχνές αιτίες πόνου και περιορισμού της κίνησης στο άνω άκρο. Πρόκειται για μια φλεγμονώδη ή εκφυλιστική πάθηση των τενόντων που περιβάλλουν την άρθρωση του ώμου – κυρίως του υπερακανθίου, του υπακανθίου και του υποπλατίου. Αυτοί οι τένοντες είναι υπεύθυνοι για την ανύψωση και περιστροφή του βραχίονα και υφίστανται καθημερινή καταπόνηση, ειδικά σε άτομα που σηκώνουν βάρη, εργάζονται πάνω από το ύψος των ώμων ή ασκούνται εντατικά.
Η τενοντίτιδα ξεκινά συνήθως ύπουλα, με πόνο στην πρόσθια ή έξω επιφάνεια του ώμου, αίσθημα καύσου και δυσκολία στην ανύψωση του χεριού. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια τενοντοπάθεια ή ακόμα και σε μερική ρήξη τένοντα. Το ερώτημα που συχνά τίθεται είναι αν μια αλοιφήμπορεί πραγματικά να βοηθήσει — και, αν ναι, σε ποιο βαθμό.
Η φύση της τενοντίτιδας του ώμου
Στη διεθνή βιβλιογραφία έχει πλέον αποδειχθεί ότι η τενοντίτιδα δεν είναι πάντα αποτέλεσμα καθαρής φλεγμονής. Αντίθετα, πρόκειται για μια εκφυλιστική διαδικασία με μικρορήξεις, αλλοίωση των ινών κολλαγόνου και μειωμένη αιμάτωση του τένοντα. Αυτή η κατάσταση οδηγεί σε πόνο, δυσκαμψία και απώλεια δύναμης.
Η αρχική φάση (οξεία) μπορεί να έχει φλεγμονώδη στοιχεία, οπότε τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα και οι τοπικές αλοιφές έχουν θέση. Ωστόσο, όσο περνά ο καιρός, η πάθηση μετατρέπεται σε εκφυλιστική, όπου η απλή αντιφλεγμονώδης δράση δεν επαρκεί. Γι’ αυτό η επιλογή της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζεται στη φάση και στη βαρύτητα της βλάβης.
Η τοπική θεραπεία – τι κάνει πραγματικά η αλοιφή
Οι αλοιφές ή τα τζελ που χρησιμοποιούνται για την τενοντίτιδα του ώμου περιέχουν συνήθως μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (NSAIDs), όπως δικλοφενάκη ή ιβουπροφαίνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται και νιτρικές ουσίες (όπως γλυκερυλ-τρινιτρική), οι οποίες φαίνεται να βελτιώνουν την τοπική κυκλοφορία και να υποστηρίζουν την επούλωση.
Η δράση τους είναι τοπική: μειώνουν τον ερεθισμό των ιστών και τον πόνο στην επιφάνεια που εφαρμόζονται. Παρόλα αυτά, ο τένοντας του ώμου βρίσκεται σχετικά βαθιά κάτω από το δέρμα, πίσω από μυϊκές στιβάδες και περιτονίες. Έτσι, η διείσδυση της αλοιφής είναι περιορισμένη. Οι μελέτες δείχνουν ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό της δραστικής ουσίας φτάνει στο ίδιο το σημείο της βλάβης.
Αυτό σημαίνει ότι η αλοιφή μπορεί να προσφέρει σχετική, αλλά όχι πλήρη ανακούφιση. Το μεγαλύτερο όφελος φαίνεται να αφορά τη μείωση του επιφανειακού πόνου, του μυϊκού σπασμού και του τοπικού ερεθισμού γύρω από τον τένοντα, αλλά όχι την αποκατάσταση της δομής του ίδιου του τένοντα.
Τι λένε οι διεθνείς μελέτες
Σύμφωνα με έρευνες που δημοσιεύθηκαν στο British Journal of Sports Medicine και στο PubMed Central, οι τοπικές αλοιφές με NSAIDs μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση από τον πόνο για χρονικό διάστημα 4 έως 6 εβδομάδων. Ωστόσο, οι ίδιες μελέτες επισημαίνουν ότι η μακροχρόνια χρήση δεν μεταβάλλει την πορεία της πάθησης, ούτε προλαμβάνει τις υποτροπές.
Μια μετα-ανάλυση του 2019 εξέτασε τη χρήση τοπικής γλυκερυλ-τρινιτρικής (GTN) στην τενοντοπάθεια του ώμου. Τα αποτελέσματα έδειξαν βελτίωση στη λειτουργία και μείωση του πόνου σε σύγκριση με placebo, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες. Όμως, το όφελος αυτό εξασθενεί μετά τον έκτο μήνα και δεν παραμένει σταθερό χωρίς φυσικοθεραπεία και άσκηση.
Αντίστοιχα, η Cochrane Review και οι οδηγίες του American Academy of Orthopaedic Surgeons (AAOS)επισημαίνουν ότι οι τοπικές αλοιφές πρέπει να θεωρούνται συμπληρωματικό μέτρο και όχι κύρια θεραπεία. Η βάση της αποκατάστασης παραμένει η εκκεντρική άσκηση, η αποφόρτιση του τένοντα και η βελτίωση της μυϊκής ισορροπίας γύρω από τον ώμο.
Πότε βοηθά πραγματικά η αλοιφή στον ώμο
Η αλοιφή μπορεί να φανεί χρήσιμη στα πρώτα στάδια, όταν υπάρχει πόνος και δυσφορία, αλλά όχι ακόμα εκτεταμένη βλάβη. Στις οξείες φάσεις μπορεί να μειώσει τοπικά τη φλεγμονή και να διευκολύνει τον ασθενή να ξεκινήσει νωρίτερα ασκήσεις κινητοποίησης και ενδυνάμωσης.
Για παράδειγμα, μετά από έντονη άσκηση ή εργασία που περιλαμβάνει κινήσεις πάνω από το κεφάλι, η χρήση μιας αντιφλεγμονώδους αλοιφής μπορεί να μειώσει το αίσθημα καψίματος και να επιτρέψει πιο άνετη κίνηση την επόμενη ημέρα. Ωστόσο, όταν ο πόνος είναι χρόνιος, με επαναλαμβανόμενα επεισόδια, η δράση της αλοιφής περιορίζεται σε προσωρινή ανακούφιση.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι σε βαθύτερες δομές, όπως ο υπερακάνθιος τένοντας, η τοπική διείσδυση είναι μικρή. Συνεπώς, η εφαρμογή της αλοιφής είναι περισσότερο χρήσιμη για το μυοπεριτονιακό στοιχείο του πόνου (δηλαδή τους γύρω μύες που σφίγγουν και προκαλούν δυσκαμψία), παρά για την ίδια τη δομή του τένοντα.
Η σωστή χρήση και τα όρια της θεραπείας
Η αλοιφή εφαρμόζεται με ελαφρύ μασάζ στο μπροστινό ή το πλάγιο μέρος του ώμου, 2 έως 3 φορές την ημέρα. Δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε πληγές, ούτε να συνδυάζεται με θερμαντικές κρέμες ή επιθέματα. Η χρήση της για πάνω από 10-14 ημέρες χωρίς ιατρική καθοδήγηση δεν συνιστάται.
Η βραχυπρόθεσμη χρήση της, όμως, μπορεί να προσφέρει λειτουργικό πλεονέκτημα, δηλαδή να επιτρέψει στον ασθενή να ξεκινήσει προσεκτικά φυσικοθεραπευτικές ασκήσεις νωρίτερα. Αυτές οι ασκήσεις, και όχι η ίδια η αλοιφή, είναι που βελτιώνουν την πραγματική κατάσταση του τένοντα.
Οι γιατροί τονίζουν ότι η θεραπευτική αδράνεια – η απλή ανακούφιση του πόνου χωρίς αποκατάσταση – οδηγεί συχνά σε χρόνια προβλήματα. Ο ώμος συνηθίζει να παραμένει ακίνητος λόγω του πόνου, και αυτό οδηγεί σε επιδείνωση της ατροφίας των μυών. Γι’ αυτό, η αλοιφή πρέπει να εντάσσεται πάντα σε ολιστική θεραπεία που περιλαμβάνει φυσικοθεραπεία, εργονομικές διορθώσεις και ενδυνάμωση.
Πλεονεκτήματα και περιορισμοί
Το κύριο πλεονέκτημα της τοπικής θεραπείας είναι ότι δεν προκαλεί συστηματικές παρενέργειες, σε αντίθεση με τα από του στόματος αντιφλεγμονώδη που επιβαρύνουν το στομάχι, τους νεφρούς ή το καρδιαγγειακό σύστημα. Αυτό την καθιστά ασφαλέστερη επιλογή για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ή με χρόνια νοσήματα.
Παρόλα αυτά, η δράση της είναι περιορισμένη σε βάθος. Οι κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η συγκέντρωση του φαρμάκου μέσα στον ίδιο τον τένοντα είναι ελάχιστη. Επομένως, το όφελος είναι περισσότερο νευρολογικό και μυϊκό, παρά δομικό.
Επίσης, πρέπει να γίνει σαφές ότι η αλοιφή δεν διορθώνει τη μηχανική αιτία της τενοντοπάθειας. Εάν ο ασθενής συνεχίζει να επιβαρύνει τον ώμο (π.χ. εργασία σε ύψος, λανθασμένη στάση, προπόνηση χωρίς αποθεραπεία), η βλάβη θα επανεμφανιστεί.
Τι δείχνουν οι ειδικοί πίνακες
| Παράμετρος | Επιστημονικά ευρήματα | Κλινική σημασία |
|---|---|---|
| Ανακούφιση πόνου | Σημαντική βελτίωση σε 4–6 εβδομάδες (BMJ, 2019) | Χρήσιμη για ήπιο/μέτριο πόνο |
| Διείσδυση φαρμάκου | Μικρή λόγω βάθους του τένοντα | Περιορισμένη επίδραση στη δομή |
| Ασφάλεια | Υψηλή, λίγες δερματικές αντιδράσεις | Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρέως |
| Συνδυασμός με φυσικοθεραπεία | Αυξάνει το θεραπευτικό αποτέλεσμα | Επιτρέπει πιο άνετες κινήσεις |
| Μακροχρόνιο όφελος | Δεν αλλάζει τη φυσική πορεία της πάθησης | Απαιτείται αποκατάσταση και άσκηση |
Ο ρόλος του εξειδικευμένου ορθοπαιδικού
Η εκτίμηση του ώμου από εξειδικευμένο ορθοπαιδικό είναι καθοριστική. Ο ιατρός μπορεί να εντοπίσει αν πρόκειται για απλή τενοντίτιδα, εκφυλιστική αλλοίωση ή μερική ρήξη. Με βάση τα ευρήματα, καθορίζεται αν η συντηρητική θεραπεία αρκεί ή αν χρειάζονται πιο στοχευμένες παρεμβάσεις (όπως PRP, ενέσεις ή χειρουργική αποκατάσταση).
Ενδεικτικά, στην Ελλάδα διαθέτουν σημαντική εμπειρία στις παθήσεις του ώμου και στις τενοντοπάθειες οι:
- Γιώργος Φλεβαράκης, Κορυφαίος Ορθοπαιδικός Χειρουργός – από πολλούς ασθενείς – εξειδικευμένος στον ώμο και στις ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές.
- Ιωάννης Τσαπακίδης, με πολυετή εμπειρία σε παθήσεις του ώμου
- Μιχάλης Γεωργούδης, ειδικός στη χειρουργική ώμου και αρθροσκοπική αποκατάσταση.
- Σπύρος Ξείνης, με εξειδίκευση στις τενοντοπάθειες και στην αποκατάσταση αθλητικών κακώσεων.
- Γιώργος Μπεσίρης, με εμπειρία σε καινοτόμες θεραπείες και τεχνικές αρθροσκόπησης ώμου.
- Στη Θεσσαλονίκη, ο Μιχάλης Ιωσηφίδης, με πολυετή εμπειρία σε παθήσεις τενόντων και στροφικού πετάλου, αποτελεί σημείο αναφοράς.
Η σωστή διάγνωση είναι το κλειδί για τη σωστή θεραπεία. Δεν είναι σπάνιο ασθενείς να χρησιμοποιούν επί μήνες αλοιφές χωρίς αποτέλεσμα, απλώς επειδή η βλάβη έχει προχωρήσει πέρα από το σημείο που μπορούν να βοηθήσουν.
Η παραπάνω λίστα ιατρών δεν αποτελεί ούτε σύσταση, ούτε πρόταση επιλογής ιατρού. Αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένοι ιατροί. Ο ασθενής θα πρέπει να επιλέξει τον ιατρό έπειτα από έρευνα που θα πρέπει να κάνει ο ίδιος.
Συμπέρασμα
Η αλοιφή για την τενοντίτιδα του ώμου μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο συμπλήρωμα στη θεραπεία, όχι όμως κύρια λύση. Προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, μειώνει τον ερεθισμό και βοηθά στη διευκόλυνση των κινήσεων. Παρόλα αυτά, η πραγματική αποκατάσταση του τένοντα επιτυγχάνεται μόνο μέσα από σωστή καθοδήγηση, φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση της μηχανικής ισορροπίας του ώμου.
Η επιμονή των συμπτωμάτων πέραν των έξι εβδομάδων, η δυσκολία στις καθημερινές κινήσεις και η απώλεια δύναμης είναι σημάδια που απαιτούν επανεκτίμηση από εξειδικευμένο ορθοπαιδικό για τενοντίτιδα ώμου. Η έγκαιρη παρέμβαση αποτρέπει την εξέλιξη σε ρήξη και διασφαλίζει την πλήρη επαναφορά της λειτουργίας.
FAQ – Συχνές Ερωτήσεις για την Αλοιφή στην Τενοντίτιδα του Ώμου
Πόσο συχνά μπορώ να χρησιμοποιώ την αλοιφή;
Συνήθως δύο με τρεις φορές την ημέρα, για διάστημα έως δύο εβδομάδων, εκτός αν ο γιατρός συστήσει διαφορετικά.
Μπορεί η αλοιφή να αποκαταστήσει τον τένοντα;
Όχι. Η αλοιφή ανακουφίζει από τον πόνο, αλλά δεν αποκαθιστά τη δομή του τένοντα. Για αυτό απαιτείται πρόγραμμα αποκατάστασης.
Υπάρχει διαφορά μεταξύ αλοιφής και τζελ;
Τα τζελ απορροφώνται ταχύτερα και είναι προτιμότερα για την περιοχή του ώμου, όπου το δέρμα είναι λεπτότερο.
Μπορώ να κάνω φυσικοθεραπεία ενώ χρησιμοποιώ αλοιφή;
Ναι, μάλιστα ο συνδυασμός τους ενισχύει το αποτέλεσμα, καθώς η ανακούφιση του πόνου επιτρέπει πιο αποτελεσματική άσκηση.
Πότε πρέπει να σταματήσω τη χρήση;
Αν ο πόνος δεν βελτιώνεται μετά από 10-14 ημέρες ή επιδεινώνεται, πρέπει να γίνει επανεκτίμηση από ορθοπαιδικό.
Συνοψίζοντας:
Η αλοιφή για την τενοντίτιδα του ώμου μπορεί να είναι ένας πολύτιμος, αλλά συμπληρωματικός σύμμαχος. Βοηθά στη μείωση του πόνου, όχι όμως στη ριζική αντιμετώπιση. Η επιτυχία στη θεραπεία εξαρτάται από τη συνεργασία μεταξύ ιατρού, φυσικοθεραπευτή και ασθενούς — και από την έγκαιρη, εξατομικευμένη προσέγγιση.